ἐρασιπλόκαμος

ἐρᾰσι-πλόκᾰμος, ον,
A decked with love-locks, Ibyc.9, Pi.P.4.136.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ερασιπλόκαμος — ἐρασιπλόκαμος, ον (Α) αυτή που έχει ωραίες μπούκλες στα μαλλιά, πλοκάμους που σέ κάνουν να τήν ερωτευθείς («Τυροῡς ἐρασιπλοκάμου γενεά», Πίνδ.) …   Dictionary of Greek

  • ἐρασιπλόκαμον — ἐρασιπλόκαμος decked with love locks masc/fem acc sg ἐρασιπλόκαμος decked with love locks neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐρασιπλοκάμου — ἐρασιπλόκαμος decked with love locks masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐρασιπλοκάμων — ἐρασιπλόκαμος decked with love locks masc/fem/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.